preloader
Εισαγωγή
Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή, οργανική ουσία και ανήκει στην ομάδα τόσο των βιταμινών όσο και των ορμονών.
Βρίσκεται φυσιολογικά σε μερικές τροφές, αλλά η κύρια απορρόφησή της γίνεται μέσω της ηλιακής ακτινοβολίας.
Επίσης, παρέχεται και σε σκευάσματα ως συμπλήρωμα διατροφής. Μετά την πρόσληψή της, μεταβολίζεται αρχικά
στο ήπαρ και στη συνέχεια στους νεφρούς, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται υδροξυλίωση.
Κύριες λειτουργίες της, είναι η ρύθμιση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο και η διατήρηση επαρκούς ποσότητας
ασβεστίου και φωσφόρου για την σωστή ανάπτυξη και την υγεία των οστών. Επομένως, είναι εμφανής ο ρόλος της στη διατήρηση
της καλής λειτουργίας του μυοσκελετικού συστήματος. Πρόσφατες μελέτες έχουν αποδείξει, ότι η βιταμίνη D κατέχει σημαντική θέση και στην
λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτό φάνηκε από την παρουσία των υποδοχέων της όχι μόνο στα κύτταρα του μυοσκελετικού,
αλλά και σε μία ομάδα κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Έτσι, ρυθμίζει την εγγενή και την επίκτητη ανοσία και
βοηθάει στην πρόληψη απο χρόνιες παθήσεις, διάφορα είδη καρκίνου και αυτοάνοσα νοσήματα.
Παθοφυσιολογία
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μετά την πρόσληψή της, η βιταμίνη D μεταβολίζεται στο ήπαρ, στον κύριο μεταβολίτη της
που ονομάζεται 25 υδροξυβιταμίνη D3 [25(OH)D3]. Στη συνέχεια, η 25(OH)D3 μεταβολίζεται σε ενεργό 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3.
Είναι πλέον γνωστό ότι τα κύτταρα του ανοσοποιητικού περιέχουν όλο το μηχανισμό που χρειάζεται για να μετατραπεί η 25(OH)D3 σε 1,25(OH)2D3.
Η 1,25(OH)2D3 εκτός από τη δράση της στο μεταβολισμό των οστών ασκεί σημαντική ανοσοτροποποιητική δράση.
Βιταμίνη D και ανοσοποιητικό σύστημα
Σαν έλλειψη βιταμίνης D ορίζεται η κατάσταση που η τιμή της 25(OH)D είναι < 20 ng/ml και σαν ανεπάρκεια βιταμίνης D όταν τα επίπεδα της 25(OH) D είναι μεταξύ 21–29 ng/ml.
Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα βρίσκεται σε ύφεση, τα κύτταρά του αρχίζουν να δουλεύουν με ταχύτερους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να δημιουργείται φλεγμονή.
Η βιταμίνη D έχει ανασταλτική δράση στη συμπεριφορά αυτή των ανοσοκυττάρων κι έτσι περιορίζει τη φλεγμονή.
Έτσι, έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των εμφάνισης νοσημάτων του ανοσοποιητικού. Μερικά παραδείγματα είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας,ο
διαβήτης τύπου 1 και ο συστηματικός ερυθυματώδης λύκος.
Άτομα με αυτοάνοσα προβλήματα, συστήνεται να ελέγχουν και να διορθώνουν τα επίπεδα της βιταμίνης D, ως πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος,
καθώς οι μελέτες δείχνουν ότι η βιταμίνη D3 έχει την ικανότητα να βοηθά τόσο στην πρόληψη όσο και στην αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών.